Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Γιώργος Φλωρίδης και ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης, κ. Ιωάννης Μπούγαςσυναντήθηκαν σήμερα με την Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέα, κ. Laura Codruta Kövesi, τον επικεφαλής του Εκτελεστικού Γραφείου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κ. Milan Jaron και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Ελένη Καρκαμπούνα, επικεφαλής του Γραφείου των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο της συνάντησης, η οποία πραγματοποιήθηκε σε θετικό κλίμα, συζητήθηκαν ζητήματα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ελλάδα.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αφούεπανέλαβε τη σταθερή δέσμευσή της να συνεχίσει τη στήριξη της χώρας στο έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αναφέρθηκε στα μέτρα στήριξης που έχουν ήδη ληφθεί για την ενίσχυση και αποδοτικότερηλειτουργία του Γραφείου των Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην Ελλάδα.
Παράλληλα, ο κ. Φλωρίδης επανέλαβε την ισχυρήβούληση της Κυβέρνησης και ιδίως του ΠρωθυπουργούΚυριάκου Μητσοτάκη για την προώθηση νομοθετικής ρύθμισης ώστε να επιταχύνονται οι δικαστικές διαδικασίες σε υποθέσεις με εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα, αλλά και την εμπιστοσύνη της ελληνικής Κυβέρνησης στο θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια ελήφθησαν σειρά μέτρων για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη διεκπεραίωση του δικαστικού έργου του Γραφείου των εντεταλμένων ευρωεισαγγελέων.
Συγκεκριμένα:
Αυξήθηκε ο αριθμός Εισαγγελέων που υπηρετούν στο ομώνυμο Γραφείο με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση κατά 6 (έξι) κατά την τελευταία 3τία. Από επτά (7) κατά το έτος 2023 ανέρχονται πλέον σε συνολικό αριθμό δεκατριών (13) που τυγχάνει ίσως ο υψηλότερος αριθμός εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων ανά πληθυσμιακό μέτρο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Το παραπάνω επιτεύχθηκε με τις υπ΄ αριθμ. ΥΑ 259//2023 και 209//2026 Αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Για τη χωροταξική διευκόλυνση του Γραφείου των εντεταλμένων ευρωεισαγγελέων, επεκτάθηκε η στέγαση στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο του Εφετείου, ενώ ως προς την υποστήριξη του έργου τους θεσμοθετήθηκαν περισσότερες θέσεις (συνολικά 12 θέσεις έναντι 8 θέσεων πριν την αλλαγή του νόμου) εξειδικευμένων υπαλλήλων και ενισχύθηκαν τα απαιτούμενα προσόντα τους.
Ακόμη, προβλέφθηκε η στελέχωση με ειδικό επιστημονικό προσωπικό από 10 τουλάχιστον μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους ή υπαλλήλους ΙΔΑΧ με απόσπαση για 3 έτη με δυνατότητα ανανέωσης με εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων εγκληματικότητας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε ή αντίστοιχης Οικονομικής εγκληματικότητας, ή νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες .
Για την οικονομική ενίσχυση του υπαλληλικού και επιστημονικού προσωπικού του Γραφείου προβλέφθηκε ειδικό επίδομα θέσης και πρόσθετη αμοιβή.
Παράλληλα, ελήφθησαν μέτρα νομοθετικής ενίσχυσης.
Με το νόμο 4689/2020 που διαδέχτηκε το ν.2803/2000 και τις επόμενες τροποποιήσεις του ιδίου νόμου αλλά και του Ποινικού Κώδικα ιδίως με το ν.5090/2024 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης προβλέπεται το πλέον αυστηρό, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως εκείνα της απάτης και της απιστίας.
Το αδίκημα της απάτης και της απιστίας τόσο σε βαθμό πλημμελήματος όσο και σε βαθμό κακουργήματος (συνολικής ζημίας άνω των 120.000 ευρώ) διώκεται αυτεπάγγελτα (άρθρο 26 παρ.1 ν.4689/2020) και οι επιβαρυντικές κυρώσεις του ΠΚ για οικονομικά κακουργήματα που στρέφονται κατά του ελληνικού δημοσίου εφαρμόζονται και όταν το προβλεπόμενο σε αυτές ποινικό αδίκημα στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του νομικού προσώπου οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκαν με βάση τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (άρθρο 26 παρ.3 ν.4689/2020).
Περαιτέρω, καταργήθηκε η δυνατότητα εξάλειψης του αξιοποίνου και μη επιβολής ποινής σε περιπτώσεις αδικημάτων που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω αποκατάστασης της ζημίας (άρθρο 49 Ν. 5108/2024- Τροποποίηση άρθρου 24 ν. 4689/2020). Έτσι, ειδικά στην περίπτωση κακουργήματος απειλείται πλέον με ποινή κάθειρξης 10-20 έτη (άρθρο 52 ΠΚ ως τροπ. με Ν.5090/2024), ενώ η πράξη παραγράφεται μετά την παρέλευση 20ετίας από την τέλεση της. Mε το προγενέστερο καθεστώς του ν.2803/2000 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019) και την κατάργηση του ν.1608/50 «περί καταχραστών δημοσίου» το πλαίσιο ποινής κάθειρξης ήταν 5-15 έτη και η παραγραφή 15ετής και η αποκατάσταση της ζημίας οδηγούσε το δικαστήριο υποχρεωτικά στην απαλλαγή του δράστη.
Τέλος (με τις παρεμβάσεις των ν.5090/2024 και ν.4985/2022) σε ποινικό και σωφρονιστικό κώδικα αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο αναστολής, εκτέλεσης και έκτισης ποινής για τα εν λόγω εγκλήματα.
Η κ. Kövesi εξέφρασε την ικανοποίησή της για την ανταπόκριση της ελληνικής Κυβέρνησης και του Υπουργού Δικαιοσύνης στα ζητήματα υποστήριξης της λειτουργίας του Γραφείου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα.